ΕΠΙΣΤΗΜΗ-ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ

Επιστήμονες συσχέτισαν γονίδια και πολύπλοκα χαρακτηριστικά

Η συμβολή των γονιδίων σε οποιοδήποτε χαρακτηριστικό είναι σχετικά μικρή και εύκολα τροποποιήσιμη από την επίδραση του περιβάλλοντος

 24/11/2019 14:00

Επιστήμονες συσχέτισαν γονίδια και πολύπλοκα χαρακτηριστικά
Φωτογραφία αρχείου

Συνδέσεις μεταξύ ανθρώπινων γονιδίων και πολύπλοκων χαρακτηριστικών, όπως το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο και ο χρόνος φοίτησης στο σχολείο, εντόπισαν επιστήμονες, οι οποίοι εκφράζουν την ανησυχία τους για ενδεχόμενη παρερμηνεία των ευρημάτων τους.

Η υπόσχεση και ο κίνδυνος της κοινωνικής «γονιδιωματικής»

Με αφορμή το κλείσιμο των ανθρακωρυχείων στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο Αμπντέλ Αμπντελαούι, ο οποίος εργάζεται στο Πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ στην Ολλανδία, διεξήγαγε μια έρευνα, η οποία δημοσιεύτηκε στην επιστημονική επιθεώρηση «Nature Human Behaviour».

Στην μελέτη αυτή, διερευνώντας τα γονιδιώματα ανθρώπων που ζούσαν σε περιοχές με ανθρακωρυχεία, ο Αμπντελαούι βρήκε ότι οι «γενετικές υπογραφές» τους συσχετίστηκαν με λιγότερα χρόνια φοίτησης στο σχολείο και με χαμηλότερο κοινωνικο-οικονομικό επίπεδο συγκριτικά με τους ανθρώπους που ζούσαν σε άλλες περιοχές. Ορισμένα γονίδια συνδέθηκαν επίσης με τις πολιτικές πεποιθήσεις τους και με το αν οι άνθρωποι που ζούσαν στις κοινότητες αυτές είχαν ψηφίσει υπέρ ή κατά του Brexit στο δημοψήφισμα του 2016.

Για τους γενετιστές και τους κοινωνικούς επιστήμονες, τέτοιου τύπου μελέτες ενδέχεται να τους βοηθούν να κατανοήσουν το πόσο συμβάλουν εν τέλει η «φύση» και η «ανατροφή» στη διαμόρφωση συγκεκριμένων συμπεριφορικών χαρακτηριστικών -ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που η γενετική μπορεί να αποφανθεί για το ποιοι άνθρωποι διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου ή καρδιαγγειακών ασθενειών. Μια τέτοια προσέγγιση θα μπορούσε για παράδειγμα να βελτιώσει την κατανόηση του πώς το περιβάλλον επηρεάζει συγκεκριμένα περίπλοκα χαρακτηριστικά, προσφέροντας, έτσι, παρεμβάσεις για τη βελτίωση διαφόρων τομέων της ζωής που μας επηρεάζουν, όπως η δημόσια εκπαίδευση.

«Είναι φανταστικό» λέει ο Φίλιπ Κούλινγκερ, γενετιστής και οικονομολόγος του Ελεύθερου Πανεπιστημίου (σ.σ. Vrije) του Αμστερνταμ στην Ολλανδία. «Η προσέγγιση αυτή παρέχει στους επιστήμονες καλύτερους και πιο συγκεκριμένους τρόπους να απαντήσουν σε ερωτήματα που τους απασχολούν εδώ και χρόνια».

Οι κριτικές υποστηρίζουν ότι οι ηθικοί και κοινωνικοί κίνδυνοι αυτών των πληροφοριών είναι τεράστιοι. Οι προειδοποιήσεις είναι άφθονες. Η συμβολή των γονιδίων σε οποιοδήποτε χαρακτηριστικό της συμπεριφοράς είναι σχετικά μικρή και εύκολα τροποποιήσιμη από την επίδραση του περιβάλλοντος. Το μόνο που μπορούν οι έρευνες να δείξουν είναι το αν κάποιος είναι πιθανό να έχει ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό και δεν μπορούν να προβλέψουν την προσωπικότητα κάθε ατόμου.

«Μια από τις μεγαλύτερες ανησυχίες δεν είναι τόσο η μελέτη της γονιδιωματικής αλλά το πώς αυτή η επιστήμη θα χρησιμοποιηθεί» δηλώνει η Μάγια Σαμπατέλο, επιστήμονας βιοηθικής στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, στην Νέα Υόρκη. Κατά την ίδια, ζούμε σε μια κοινωνία γεμάτη ανισότητες, γεγονός που συνιστά τεράστια πρόκληση για την επιστήμη.

Η δύναμη των αριθμών

Για δεκαετίες οι γενετιστές υπέθεταν ότι τα περισσότερα χαρακτηριστικά, είτε επρόκειτο για απλά χαρακτηριστικά όπως το ύψος, είτε για πιο περίπλοκα όπως η αντικοινωνική συμπεριφορά, «κυβερνώνται» από μια χούφτα γονιδίων.

Οι ερευνητές εξετάζοντας το πόσο το κάθε γονίδιο συμμετέχει στη διαμόρφωση του γονιδιώματος κατέληγαν αν σε μια μέτρηση που δείχνει το πόσο σημαντικά είναι τα γονίδια στην εκδήλωση ενός συγκεκριμένου χαρακτηριστικού, αυτή η μέτρηση είναι γνωστή ως «πολυγονιδιακό σκορ». Για το ύψος, που είναι γνωστό ότι έχει ισχυρές γενετικές καταβολές, φαίνεται ότι τα γονίδια μπορούν συνολικά να εξηγήσουν το 20% της διακύμανσης.

Σταδιακά, οι επιστήμονες ξεκίνησαν να αναρωτιούνται αν οι μέθοδοι αυτές θα λειτουργούσαν και για κοινωνικά και ψυχολογικά χαρακτηριστικά.

Για κάποια περίπλοκα χαρακτηριστικά, όπως η κοινωνική απομόνωση, οι ερευνητές βρήκαν μόνο μια ασθενή επίδραση της γενετικής, μια έρευνα σημείωσε ότι η κληρονομικότητα για αυτό το χαρακτηριστικό υπολογίζεται ότι είναι γύρω στο 4%.

Τα γονίδια όμως φάνηκε να διαδραματίζουν κάποιο ρόλο σε άλλα περίπλοκα χαρακτηριστικά. Συγκεκριμένα, το 2013, μια μεγάλη ομάδα ερευνητών που ονομάζονταν "The Social Science Genetic Association Consortium" (σ.σ. SSGAC) έκανε την πρώτη μελέτη ανάλυσης του γονιδιώματος για το μορφωτικό επίπεδο, που προσδιορίστηκε ως τα χρόνια φοίτησης στο σχολείο.

Διαπιστώθηκε ότι τα γονίδια εξηγούσαν το 2% της διακύμανσης στα χρόνια εκπαίδευσης. Το 2013 οι ίδιοι ερευνητές χρησιμοποιώντας μεγαλύτερο δείγμα (300.000 άτομα) βρήκαν ότι εν τέλει τα γονίδια μπορεί να εξηγούν το 3,2% του μορφωτικού επιπέδου. Όταν οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από 1,1 εκατομμύρια άτομα, ανακάλυψαν ότι η γενετικές καταβολές μπορούσαν να εξηγήσουν το 11-13% της διακύμανσης του μορφωτικού επιπέδου.

Ο Τιμ Μόρις, επιδημιολόγος του Πανεπιστημίου του Μπρίστολ της Βρετανίας, εξήγησε ότι τα ευρήματα της μελέτης δείχνουν ότι τα γονίδια που σχετίστηκαν με το μορφωτικό επίπεδο μπορούν να εξηγήσουν περίπου το ίδιο ποσοστό διακύμανσης του, όσο μπορεί το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο της οικογένειας.

Πέρα από τη μόρφωση οι ερευνητές εξέτασαν και άλλα κοινωνικά χαρακτηριστικά (π.χ. ευ-ζην, αντικοινωνική συμπεριφορά κ.ά).

Η διαρκής ισχυροποίηση γονιδιωματικών μελετών ενέπνευσε τον Αμπντελαούι να θέσει ένα διαφορετικό ερώτημα: Πώς τα κοινωνικά χαρακτηριστικά, όπως το μορφωτικό επίπεδο, διακυμαίνονται σε όλη τη χώρα; Για να το ανακαλύψει αυτό, ο ίδιος και η ομάδα του συνέλεξαν δεδομένα για 450.000 άτομα από τη βρετανική τράπεζα γενετικών δεδομένων "UK Biobank".

Για κάποια χαρακτηριστικά - π.χ. κατανάλωση καφέ- δεν υπήρχαν διαφορές ανάλογα με την περιοχή. Αλλά για αλλά, όπως το μορφωτικό επίπεδο η διακύμανση ήταν σημαντική. Οι μελετητές βρήκαν ότι οι άνθρωποι που ζούσαν σε περιοχές που υπήρχαν ανθρακωρυχεία είχαν κατά μέσο όρο λιγότερα γονίδια που συσχετίστηκαν με την πιο μακρόχρονη φοίτηση στο σχολείο ή φοίτηση σε υψηλότερες βαθμίδες εκπαίδευσης.

Ο Αμπντελαούι τονίζει ότι τα ευρήματα τους έχουν περισσότερο περιγραφικό παρά εξηγητικό χαρακτήρα.

Οι ερευνητές πιστεύουν ότι οι διαφορές ανάμεσα στις διαφορετικές περιοχές οφείλονται στη μετακίνηση των πιο μορφωμένων ανθρώπων σε πλουσιότερες περιοχές, που τους προσφέρουν εργασία, αφήνοντας πίσω τους γενετικές υπογραφές που συνδέονται με μικρότερο χρόνο φοίτησης στο σχολείο. Αυτή η κοινωνική διαστρωμάτωση μπορεί να γίνει πολύ πιο εμφανής με το πέρασμα του χρόνου, λένε. «Αν αυτό συνεχιστεί και στις επόμενες γενιές, τότε εγκυμονεί ο κίνδυνος οι κοινωνικές ανισότητες που ήδη υπάρχουν να επεκταθούν και στο βιολογικό επίπεδο» προειδοποιεί ο Αμπντελαούι.

Οι ερευνητές βρήκαν τα ίδια γεωγραφικά μοντέλα και για άλλα χαρακτηριστικά αλλά οι συσχετίσεις ήταν πιο αδύναμες. Σύμφωνα με τους επιστήμονες, συγκεκριμένοι γονότυποι συσχετίστηκαν με τις πολιτικές απόψεις των ανθρώπων. Αυτοί που ζούσαν σε περιοχές με ανθρακωρυχεία είχαν περισσότερα γονίδια που συνδέονται με χαμηλό κοινωνικοοικονομικό στάτους και ήταν πιο πιθανό να ψηφίσουν υπέρ του βρετανικού αριστερού Εργατικού Κόμματος παρά του δεξιού κόμματος της Ανεξαρτησίας. Αυτοί ήταν επίσης πιθανότερο να έχουν ψηφίσει υπέρ του Brexit στο δημοψήφισμα. Ο Αμπντελαούι τονίζει, βέβαια, ότι αυτό δεν σημαίνει ότι κάποιος έχει γενετική προδιάθεση να ψηφίσει με έναν συγκεκριμένο τρόπο.

Άλλοι ερευνητές του κλάδου συμφωνούν με αυτή την προειδοποίηση. Ο Μόρις τόνισε ότι ο βασικός του φόβος είναι ότι αυτά τα αποτελέσματα θα παρερμηνευθούν. «Αυτά τα αποτελέσματα αναπαριστούν συσχετίσεις και πρέπει να παρουσιαστούν με μεγάλη προσοχή για να αποφευχθεί η παρανόηση ότι τα γονίδια ενός ατόμου καθορίζουν το ποιος θα γίνει», είπε ο Ντάνιελ Μπέντζαμιν, συμπεριφορικός οικονομολόγος στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνια στο Λος Άντζελες.

Ο ίδιος είναι επιφυλακτικός καθώς πιστεύει ότι είναι πιθανές οι συγκρίσεις μεταξύ αυτού του τομέα έρευνας και της ευγονικής, η οποία εμφανίστηκε στις αρχές του 20ού αιώνα και υποστήριζε ότι ορισμένα άτομα που θεωρούνταν ότι έχουν «κατώτερα» γονίδια δεν πρέπει να κάνουν παιδιά.

Μία από τις μεγαλύτερες πηγές σύγχυσης είναι το τι, στην πραγματικότητα, δείχνει ένα πολυγονιδιακό σκορ για την επίδραση της φύσης (δηλαδή των γονιδίων) και της ανατροφής (δηλαδή των περιβαλλοντικών παραγόντων) στη συμπεριφορά, λέει ο Μπέντζαμιν. «Οι άνθρωποι δυσκολεύονται πολύ να καταλάβουν ότι τα γονίδια δεν καθορίζουν ντετερμινιστικά τη συμπεριφορά».

Ο Αμπντελαούι καταλήγει από τη βρετανική του έρευνα: «Δεν υποστηρίζουμε σε καμία περίπτωση ότι τα γονίδια από μόνα τους καθορίζουν το μορφωτικό επίπεδο κάποιου. Πρόκειται για έναν συνδυασμό περιβαλλοντικών και γενετικών παραγόντων».

Η γενετική μέσα στην αίθουσα

Μία ακόμη επιφύλαξη είναι ότι τα πολυγονιδιακά σκορ δεν επιβεβαιώνουν ότι τα γονίδια παίζουν ρόλο στη διαμόρφωση της συμπεριφοράς μας αλλά δείχνουν τον "κίνδυνο" που έχει κάποιος να εμφανίσει ένα χαρακτηριστικό. Για παράδειγμα, τα σκορ αυτά δεν μπορούν να προβλέψουν αν ένα άτομο θα αποφοιτήσει από το πανεπιστήμιο και ένα άλλο θα παρατήσει το σχολείο στην ηλικία των 16 ετών. "Δεν νομίζω ότι τα πολυγονιδιακά σκορ έχουν την προβλεπτική ικανότητα που θα επέτρεπε να κάνουμε αυτού τους είδους τις κρίσεις" λέει η Πέιτζ Χάρντε, μια ψυχολόγος στο Πανεπιστήμιο του Τέξας στο Όστιν.

Ορμώμενος από τη γονιδωματική έρευνα του Μπέντζαμιν στον τομέα της εκπαίδευσης η οποία καθιστούσε φανερά τα κίνητρά της, ο Μόρις τονίζει ότι η ανευθυνότητα χαρακτηρίζει πολλούς ερευνητές. Ο ίδιος, μάλιστα, θεωρεί ότι οι περιβαλλοντικές επιρροές είναι καλύτεροι προβλεπτικοί παράγοντες από τα πολυγονιδιακά σκορ.

Ωστόσο άλλοι είναι λιγότερο επιφυλακτικοί και υποστηρίζουν ότι οι γενετικές αναλύσεις για τη συμπεριφορά και τις γνωστικές ικανότητες θα μπορούσαν να είναι ωφέλιμες για τους μαθητές.

«Δεν μπορεί να είναι σωστό για την εκπαίδευση να συνεχίσει να αγνοεί τις γενετικές επιρροές γιατί είναι πάρα πολύ σημαντική πηγή ατομικών διαφορών», είπε ο Ρόμπερτ Πόμιν, ψυχολογος στο Πανεπιστήμιο King's College του Λονδίνου που είναι από τους πιο σθεναρούς υποστηρικτές της άποψης ότι τα αποτελέσματα αυτών των μελετών είναι αμφιλεγόμενα.

Η Σαμπατέλο, επιστήμονας που ασχολείται με θέματα βιοηθικής, προβλέπει ότι οι πρώτες εφαρμογές αυτών των ευρημάτων θα γίνουν στον τομέα της ειδικής αγωγής, όπως σε περιπτώσεις παιδιών με προβλήματα όπως ΔΕΠΥ (σ.σ. Διάσπαση Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας), διαταραχές αυτιστικού φάσματος ή δυσλεξία.

Αυτή εξηγεί ότι οι γονείς θα μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα γονιδιώματα ως ενδείξεις ότι τα παιδιά τους χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής και φροντίδας.

Παρ' ότι η ιδιαίτερη φροντίδα των παιδιών αυτών μπορεί να φαίνεται αλτρουιστική πράξη έχει προβληματίσει ιδιαίτερα την επιστημονική κοινότητα. Τα τεστ IQ που ήταν τα πρώτα που δημιουργήθηκαν στις αρχές του 20ου αιώνα, εν τέλει χρησιμοποιήθηκαν ως μέσο διάκρισης ενάντια σε μειονοτικούς πληθυσμούς και έδωσαν θεσμική υπόσταση στη θεώρηση που έβλεπε αυτά τα παιδιά ως «αδύναμα» ή «χαζά».

Υπεύθυνη έρευνα

Πολλοί συμφωνούν ότι η πιο χρήσιμη εφαρμογή των ευρημάτων των γονιδιωματικών μελετών είναι ότι θα επιτρέψει καλύτερης ποιότητας έρευνες που θα διερευνούν την επιρροή περιβαλλοντικών και όχι γενετικών παραγόντων στα περίπλοκα χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς.

Οι ερευνητές μπορούν να συμπεριλάβουν παιδιά με παρόμοια πολυγονιδιακά σκορ τόσο στην ομάδα ελέγχου όσο και στην πειραματική ομάδα για να ελεγχθεί για παράδειγμα η αποτελεσματικότητα μιας παρέμβασης.

Τα αποτελέσματα θα μπορούσαν επίσης να βοηθήσουν τους επιστήμονες να ερευνήσουν αν οι επιδράσεις των γενετικών παραγόντων εξαρτώνται από το περιβάλλον και αν συγκεκριμένα γονίδια ενεργοποιούνται μόνο υπό ορισμένες συνθήκες.

Η προτεραιότητα για τους περισσότερους ερευνητές αυτού του κλάδου, δηλαδή της κοινωνικής γονιδιωματικής, είναι η πραγματοποίηση περισσότερων και μεγαλύτερων μελετών, για την εύρεση γονιδίων που συνδέονται με διαφορετικά χαρακτηριστικά όπως το εισόδημα και η κοινωνική απόσυρση.

Εν τω μεταξύ, όσοι ασχολούνται με τον τομέα της εκπαίδευσης δεν χρειάζονται στοιχεία από τη γενετική για να δώσουν εξηγήσεις, λέει η Σαμπατέλο "Πρέπει να στραφούμε στο περιβάλλον. Τα παιδιά που πεινούν δεν μπορούν να μελετήσουν. Δεν χρειαζόμαστε τα γονίδια τους για να το διαπιστώσουμε" δήλωσε.

Πηγή: Horizon μέσω ΑΠΕ-ΜΠΕ

Συνδέσεις μεταξύ ανθρώπινων γονιδίων και πολύπλοκων χαρακτηριστικών, όπως το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο και ο χρόνος φοίτησης στο σχολείο, εντόπισαν επιστήμονες, οι οποίοι εκφράζουν την ανησυχία τους για ενδεχόμενη παρερμηνεία των ευρημάτων τους.

Η υπόσχεση και ο κίνδυνος της κοινωνικής «γονιδιωματικής»

Με αφορμή το κλείσιμο των ανθρακωρυχείων στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο Αμπντέλ Αμπντελαούι, ο οποίος εργάζεται στο Πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ στην Ολλανδία, διεξήγαγε μια έρευνα, η οποία δημοσιεύτηκε στην επιστημονική επιθεώρηση «Nature Human Behaviour».

Στην μελέτη αυτή, διερευνώντας τα γονιδιώματα ανθρώπων που ζούσαν σε περιοχές με ανθρακωρυχεία, ο Αμπντελαούι βρήκε ότι οι «γενετικές υπογραφές» τους συσχετίστηκαν με λιγότερα χρόνια φοίτησης στο σχολείο και με χαμηλότερο κοινωνικο-οικονομικό επίπεδο συγκριτικά με τους ανθρώπους που ζούσαν σε άλλες περιοχές. Ορισμένα γονίδια συνδέθηκαν επίσης με τις πολιτικές πεποιθήσεις τους και με το αν οι άνθρωποι που ζούσαν στις κοινότητες αυτές είχαν ψηφίσει υπέρ ή κατά του Brexit στο δημοψήφισμα του 2016.

Για τους γενετιστές και τους κοινωνικούς επιστήμονες, τέτοιου τύπου μελέτες ενδέχεται να τους βοηθούν να κατανοήσουν το πόσο συμβάλουν εν τέλει η «φύση» και η «ανατροφή» στη διαμόρφωση συγκεκριμένων συμπεριφορικών χαρακτηριστικών -ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που η γενετική μπορεί να αποφανθεί για το ποιοι άνθρωποι διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου ή καρδιαγγειακών ασθενειών. Μια τέτοια προσέγγιση θα μπορούσε για παράδειγμα να βελτιώσει την κατανόηση του πώς το περιβάλλον επηρεάζει συγκεκριμένα περίπλοκα χαρακτηριστικά, προσφέροντας, έτσι, παρεμβάσεις για τη βελτίωση διαφόρων τομέων της ζωής που μας επηρεάζουν, όπως η δημόσια εκπαίδευση.

«Είναι φανταστικό» λέει ο Φίλιπ Κούλινγκερ, γενετιστής και οικονομολόγος του Ελεύθερου Πανεπιστημίου (σ.σ. Vrije) του Αμστερνταμ στην Ολλανδία. «Η προσέγγιση αυτή παρέχει στους επιστήμονες καλύτερους και πιο συγκεκριμένους τρόπους να απαντήσουν σε ερωτήματα που τους απασχολούν εδώ και χρόνια».

Οι κριτικές υποστηρίζουν ότι οι ηθικοί και κοινωνικοί κίνδυνοι αυτών των πληροφοριών είναι τεράστιοι. Οι προειδοποιήσεις είναι άφθονες. Η συμβολή των γονιδίων σε οποιοδήποτε χαρακτηριστικό της συμπεριφοράς είναι σχετικά μικρή και εύκολα τροποποιήσιμη από την επίδραση του περιβάλλοντος. Το μόνο που μπορούν οι έρευνες να δείξουν είναι το αν κάποιος είναι πιθανό να έχει ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό και δεν μπορούν να προβλέψουν την προσωπικότητα κάθε ατόμου.

«Μια από τις μεγαλύτερες ανησυχίες δεν είναι τόσο η μελέτη της γονιδιωματικής αλλά το πώς αυτή η επιστήμη θα χρησιμοποιηθεί» δηλώνει η Μάγια Σαμπατέλο, επιστήμονας βιοηθικής στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, στην Νέα Υόρκη. Κατά την ίδια, ζούμε σε μια κοινωνία γεμάτη ανισότητες, γεγονός που συνιστά τεράστια πρόκληση για την επιστήμη.

Η δύναμη των αριθμών

Για δεκαετίες οι γενετιστές υπέθεταν ότι τα περισσότερα χαρακτηριστικά, είτε επρόκειτο για απλά χαρακτηριστικά όπως το ύψος, είτε για πιο περίπλοκα όπως η αντικοινωνική συμπεριφορά, «κυβερνώνται» από μια χούφτα γονιδίων.

Οι ερευνητές εξετάζοντας το πόσο το κάθε γονίδιο συμμετέχει στη διαμόρφωση του γονιδιώματος κατέληγαν αν σε μια μέτρηση που δείχνει το πόσο σημαντικά είναι τα γονίδια στην εκδήλωση ενός συγκεκριμένου χαρακτηριστικού, αυτή η μέτρηση είναι γνωστή ως «πολυγονιδιακό σκορ». Για το ύψος, που είναι γνωστό ότι έχει ισχυρές γενετικές καταβολές, φαίνεται ότι τα γονίδια μπορούν συνολικά να εξηγήσουν το 20% της διακύμανσης.

Σταδιακά, οι επιστήμονες ξεκίνησαν να αναρωτιούνται αν οι μέθοδοι αυτές θα λειτουργούσαν και για κοινωνικά και ψυχολογικά χαρακτηριστικά.

Για κάποια περίπλοκα χαρακτηριστικά, όπως η κοινωνική απομόνωση, οι ερευνητές βρήκαν μόνο μια ασθενή επίδραση της γενετικής, μια έρευνα σημείωσε ότι η κληρονομικότητα για αυτό το χαρακτηριστικό υπολογίζεται ότι είναι γύρω στο 4%.

Τα γονίδια όμως φάνηκε να διαδραματίζουν κάποιο ρόλο σε άλλα περίπλοκα χαρακτηριστικά. Συγκεκριμένα, το 2013, μια μεγάλη ομάδα ερευνητών που ονομάζονταν "The Social Science Genetic Association Consortium" (σ.σ. SSGAC) έκανε την πρώτη μελέτη ανάλυσης του γονιδιώματος για το μορφωτικό επίπεδο, που προσδιορίστηκε ως τα χρόνια φοίτησης στο σχολείο.

Διαπιστώθηκε ότι τα γονίδια εξηγούσαν το 2% της διακύμανσης στα χρόνια εκπαίδευσης. Το 2013 οι ίδιοι ερευνητές χρησιμοποιώντας μεγαλύτερο δείγμα (300.000 άτομα) βρήκαν ότι εν τέλει τα γονίδια μπορεί να εξηγούν το 3,2% του μορφωτικού επιπέδου. Όταν οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από 1,1 εκατομμύρια άτομα, ανακάλυψαν ότι η γενετικές καταβολές μπορούσαν να εξηγήσουν το 11-13% της διακύμανσης του μορφωτικού επιπέδου.

Ο Τιμ Μόρις, επιδημιολόγος του Πανεπιστημίου του Μπρίστολ της Βρετανίας, εξήγησε ότι τα ευρήματα της μελέτης δείχνουν ότι τα γονίδια που σχετίστηκαν με το μορφωτικό επίπεδο μπορούν να εξηγήσουν περίπου το ίδιο ποσοστό διακύμανσης του, όσο μπορεί το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο της οικογένειας.

Πέρα από τη μόρφωση οι ερευνητές εξέτασαν και άλλα κοινωνικά χαρακτηριστικά (π.χ. ευ-ζην, αντικοινωνική συμπεριφορά κ.ά).

Η διαρκής ισχυροποίηση γονιδιωματικών μελετών ενέπνευσε τον Αμπντελαούι να θέσει ένα διαφορετικό ερώτημα: Πώς τα κοινωνικά χαρακτηριστικά, όπως το μορφωτικό επίπεδο, διακυμαίνονται σε όλη τη χώρα; Για να το ανακαλύψει αυτό, ο ίδιος και η ομάδα του συνέλεξαν δεδομένα για 450.000 άτομα από τη βρετανική τράπεζα γενετικών δεδομένων "UK Biobank".

Για κάποια χαρακτηριστικά - π.χ. κατανάλωση καφέ- δεν υπήρχαν διαφορές ανάλογα με την περιοχή. Αλλά για αλλά, όπως το μορφωτικό επίπεδο η διακύμανση ήταν σημαντική. Οι μελετητές βρήκαν ότι οι άνθρωποι που ζούσαν σε περιοχές που υπήρχαν ανθρακωρυχεία είχαν κατά μέσο όρο λιγότερα γονίδια που συσχετίστηκαν με την πιο μακρόχρονη φοίτηση στο σχολείο ή φοίτηση σε υψηλότερες βαθμίδες εκπαίδευσης.

Ο Αμπντελαούι τονίζει ότι τα ευρήματα τους έχουν περισσότερο περιγραφικό παρά εξηγητικό χαρακτήρα.

Οι ερευνητές πιστεύουν ότι οι διαφορές ανάμεσα στις διαφορετικές περιοχές οφείλονται στη μετακίνηση των πιο μορφωμένων ανθρώπων σε πλουσιότερες περιοχές, που τους προσφέρουν εργασία, αφήνοντας πίσω τους γενετικές υπογραφές που συνδέονται με μικρότερο χρόνο φοίτησης στο σχολείο. Αυτή η κοινωνική διαστρωμάτωση μπορεί να γίνει πολύ πιο εμφανής με το πέρασμα του χρόνου, λένε. «Αν αυτό συνεχιστεί και στις επόμενες γενιές, τότε εγκυμονεί ο κίνδυνος οι κοινωνικές ανισότητες που ήδη υπάρχουν να επεκταθούν και στο βιολογικό επίπεδο» προειδοποιεί ο Αμπντελαούι.

Οι ερευνητές βρήκαν τα ίδια γεωγραφικά μοντέλα και για άλλα χαρακτηριστικά αλλά οι συσχετίσεις ήταν πιο αδύναμες. Σύμφωνα με τους επιστήμονες, συγκεκριμένοι γονότυποι συσχετίστηκαν με τις πολιτικές απόψεις των ανθρώπων. Αυτοί που ζούσαν σε περιοχές με ανθρακωρυχεία είχαν περισσότερα γονίδια που συνδέονται με χαμηλό κοινωνικοοικονομικό στάτους και ήταν πιο πιθανό να ψηφίσουν υπέρ του βρετανικού αριστερού Εργατικού Κόμματος παρά του δεξιού κόμματος της Ανεξαρτησίας. Αυτοί ήταν επίσης πιθανότερο να έχουν ψηφίσει υπέρ του Brexit στο δημοψήφισμα. Ο Αμπντελαούι τονίζει, βέβαια, ότι αυτό δεν σημαίνει ότι κάποιος έχει γενετική προδιάθεση να ψηφίσει με έναν συγκεκριμένο τρόπο.

Άλλοι ερευνητές του κλάδου συμφωνούν με αυτή την προειδοποίηση. Ο Μόρις τόνισε ότι ο βασικός του φόβος είναι ότι αυτά τα αποτελέσματα θα παρερμηνευθούν. «Αυτά τα αποτελέσματα αναπαριστούν συσχετίσεις και πρέπει να παρουσιαστούν με μεγάλη προσοχή για να αποφευχθεί η παρανόηση ότι τα γονίδια ενός ατόμου καθορίζουν το ποιος θα γίνει», είπε ο Ντάνιελ Μπέντζαμιν, συμπεριφορικός οικονομολόγος στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνια στο Λος Άντζελες.

Ο ίδιος είναι επιφυλακτικός καθώς πιστεύει ότι είναι πιθανές οι συγκρίσεις μεταξύ αυτού του τομέα έρευνας και της ευγονικής, η οποία εμφανίστηκε στις αρχές του 20ού αιώνα και υποστήριζε ότι ορισμένα άτομα που θεωρούνταν ότι έχουν «κατώτερα» γονίδια δεν πρέπει να κάνουν παιδιά.

Μία από τις μεγαλύτερες πηγές σύγχυσης είναι το τι, στην πραγματικότητα, δείχνει ένα πολυγονιδιακό σκορ για την επίδραση της φύσης (δηλαδή των γονιδίων) και της ανατροφής (δηλαδή των περιβαλλοντικών παραγόντων) στη συμπεριφορά, λέει ο Μπέντζαμιν. «Οι άνθρωποι δυσκολεύονται πολύ να καταλάβουν ότι τα γονίδια δεν καθορίζουν ντετερμινιστικά τη συμπεριφορά».

Ο Αμπντελαούι καταλήγει από τη βρετανική του έρευνα: «Δεν υποστηρίζουμε σε καμία περίπτωση ότι τα γονίδια από μόνα τους καθορίζουν το μορφωτικό επίπεδο κάποιου. Πρόκειται για έναν συνδυασμό περιβαλλοντικών και γενετικών παραγόντων».

Η γενετική μέσα στην αίθουσα

Μία ακόμη επιφύλαξη είναι ότι τα πολυγονιδιακά σκορ δεν επιβεβαιώνουν ότι τα γονίδια παίζουν ρόλο στη διαμόρφωση της συμπεριφοράς μας αλλά δείχνουν τον "κίνδυνο" που έχει κάποιος να εμφανίσει ένα χαρακτηριστικό. Για παράδειγμα, τα σκορ αυτά δεν μπορούν να προβλέψουν αν ένα άτομο θα αποφοιτήσει από το πανεπιστήμιο και ένα άλλο θα παρατήσει το σχολείο στην ηλικία των 16 ετών. "Δεν νομίζω ότι τα πολυγονιδιακά σκορ έχουν την προβλεπτική ικανότητα που θα επέτρεπε να κάνουμε αυτού τους είδους τις κρίσεις" λέει η Πέιτζ Χάρντε, μια ψυχολόγος στο Πανεπιστήμιο του Τέξας στο Όστιν.

Ορμώμενος από τη γονιδωματική έρευνα του Μπέντζαμιν στον τομέα της εκπαίδευσης η οποία καθιστούσε φανερά τα κίνητρά της, ο Μόρις τονίζει ότι η ανευθυνότητα χαρακτηρίζει πολλούς ερευνητές. Ο ίδιος, μάλιστα, θεωρεί ότι οι περιβαλλοντικές επιρροές είναι καλύτεροι προβλεπτικοί παράγοντες από τα πολυγονιδιακά σκορ.

Ωστόσο άλλοι είναι λιγότερο επιφυλακτικοί και υποστηρίζουν ότι οι γενετικές αναλύσεις για τη συμπεριφορά και τις γνωστικές ικανότητες θα μπορούσαν να είναι ωφέλιμες για τους μαθητές.

«Δεν μπορεί να είναι σωστό για την εκπαίδευση να συνεχίσει να αγνοεί τις γενετικές επιρροές γιατί είναι πάρα πολύ σημαντική πηγή ατομικών διαφορών», είπε ο Ρόμπερτ Πόμιν, ψυχολογος στο Πανεπιστήμιο King's College του Λονδίνου που είναι από τους πιο σθεναρούς υποστηρικτές της άποψης ότι τα αποτελέσματα αυτών των μελετών είναι αμφιλεγόμενα.

Η Σαμπατέλο, επιστήμονας που ασχολείται με θέματα βιοηθικής, προβλέπει ότι οι πρώτες εφαρμογές αυτών των ευρημάτων θα γίνουν στον τομέα της ειδικής αγωγής, όπως σε περιπτώσεις παιδιών με προβλήματα όπως ΔΕΠΥ (σ.σ. Διάσπαση Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας), διαταραχές αυτιστικού φάσματος ή δυσλεξία.

Αυτή εξηγεί ότι οι γονείς θα μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα γονιδιώματα ως ενδείξεις ότι τα παιδιά τους χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής και φροντίδας.

Παρ' ότι η ιδιαίτερη φροντίδα των παιδιών αυτών μπορεί να φαίνεται αλτρουιστική πράξη έχει προβληματίσει ιδιαίτερα την επιστημονική κοινότητα. Τα τεστ IQ που ήταν τα πρώτα που δημιουργήθηκαν στις αρχές του 20ου αιώνα, εν τέλει χρησιμοποιήθηκαν ως μέσο διάκρισης ενάντια σε μειονοτικούς πληθυσμούς και έδωσαν θεσμική υπόσταση στη θεώρηση που έβλεπε αυτά τα παιδιά ως «αδύναμα» ή «χαζά».

Υπεύθυνη έρευνα

Πολλοί συμφωνούν ότι η πιο χρήσιμη εφαρμογή των ευρημάτων των γονιδιωματικών μελετών είναι ότι θα επιτρέψει καλύτερης ποιότητας έρευνες που θα διερευνούν την επιρροή περιβαλλοντικών και όχι γενετικών παραγόντων στα περίπλοκα χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς.

Οι ερευνητές μπορούν να συμπεριλάβουν παιδιά με παρόμοια πολυγονιδιακά σκορ τόσο στην ομάδα ελέγχου όσο και στην πειραματική ομάδα για να ελεγχθεί για παράδειγμα η αποτελεσματικότητα μιας παρέμβασης.

Τα αποτελέσματα θα μπορούσαν επίσης να βοηθήσουν τους επιστήμονες να ερευνήσουν αν οι επιδράσεις των γενετικών παραγόντων εξαρτώνται από το περιβάλλον και αν συγκεκριμένα γονίδια ενεργοποιούνται μόνο υπό ορισμένες συνθήκες.

Η προτεραιότητα για τους περισσότερους ερευνητές αυτού του κλάδου, δηλαδή της κοινωνικής γονιδιωματικής, είναι η πραγματοποίηση περισσότερων και μεγαλύτερων μελετών, για την εύρεση γονιδίων που συνδέονται με διαφορετικά χαρακτηριστικά όπως το εισόδημα και η κοινωνική απόσυρση.

Εν τω μεταξύ, όσοι ασχολούνται με τον τομέα της εκπαίδευσης δεν χρειάζονται στοιχεία από τη γενετική για να δώσουν εξηγήσεις, λέει η Σαμπατέλο "Πρέπει να στραφούμε στο περιβάλλον. Τα παιδιά που πεινούν δεν μπορούν να μελετήσουν. Δεν χρειαζόμαστε τα γονίδια τους για να το διαπιστώσουμε" δήλωσε.

Πηγή: Horizon μέσω ΑΠΕ-ΜΠΕ

ΣΧΟΛΙΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Επιλέξτε Κατηγορία